Η πολύωρη καθιστική ζωή δεν επιβαρύνει το σώμα από τη μία ημέρα στην άλλη. Όταν, όμως, οι ώρες ακινησίας συσσωρεύονται επί χρόνια, μπορούν να επηρεάσουν τους μυς, τη στάση του σώματος, τον μεταβολισμό, την καρδιά και ακόμη και την ψυχική διάθεση.
Τα «δέκα χρόνια» δεν αποτελούν κάποιο συγκεκριμένο επιστημονικό όριο μετά το οποίο εμφανίζονται ξαφνικά προβλήματα. Περιγράφουν μια μεγάλη περίοδο κατά την οποία το καθημερινό, πολύωρο καθισιό μπορεί να αφήσει σταδιακά το αποτύπωμά του στον οργανισμό.
Οι μύες εξασθενούν και το σώμα χάνει τη σωστή στάση του
Όταν καθόμαστε πολλές ώρες, ορισμένοι μύες παραμένουν σχεδόν ανενεργοί. Οι γλουτιαίοι και οι μύες του κορμού μπορεί σταδιακά να αποδυναμωθούν, ενώ οι καμπτήρες του ισχίου να γίνουν πιο δύσκαμπτοι.
Παράλληλα, η κακή θέση μπροστά σε έναν υπολογιστή ή στην τηλεόραση μπορεί να επιβαρύνει τη μέση, τον αυχένα και τους ώμους. Με την πάροδο του χρόνου ενδέχεται να εμφανιστούν:
- πόνος στη μέση ή στον αυχένα,
- δυσκαμψία στους γοφούς,
- ώμοι που γέρνουν προς τα εμπρός,
- μειωμένη ευλυγισία,
- αίσθημα αδυναμίας ή εύκολης κόπωσης.
Επηρεάζονται ο μεταβολισμός και το σωματικό βάρος
Κατά την ακινησία, οι μεγάλοι μύες του σώματος χρησιμοποιούνται λιγότερο και η ενεργειακή δαπάνη μειώνεται. Αν αυτό συνδυάζεται με υπερβολική πρόσληψη θερμίδων, μπορεί να διευκολύνει τη σταδιακή αύξηση του βάρους.
Η παρατεταμένη καθιστική συμπεριφορά έχει επίσης συσχετιστεί με δυσμενείς μεταβολικούς δείκτες, όπως η μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη και η δυσκολότερη ρύθμιση του σακχάρου και των λιπιδίων στο αίμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που εργάζεται καθιστός θα εμφανίσει διαβήτη, αλλά ότι ο κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί όταν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες.
Αυξάνεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος
Οι πολλές ώρες καθισιού έχουν συνδεθεί σε μελέτες παρατήρησης με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων και πρόωρου θανάτου. Η σχέση επηρεάζεται από τη συνολική φυσική δραστηριότητα, τη διατροφή, το βάρος, το κάπνισμα, την ηλικία και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά στους ενηλίκους να περιορίζουν τον χρόνο καθιστικής ζωής και να τον αντικαθιστούν, όπου είναι δυνατόν, με κίνηση οποιασδήποτε έντασης.
Μπορεί να επηρεαστούν η διάθεση και η ενέργεια
Η ακινησία για μεγάλο μέρος της ημέρας έχει συσχετιστεί και με χειρότερη ψυχική ευεξία. Όταν κάποιος κινείται ελάχιστα, μπορεί να αισθάνεται περισσότερο κουρασμένος, παρότι δεν έχει καταβάλει σωματική προσπάθεια.
Οι έρευνες δείχνουν συσχέτιση της έντονα καθιστικής συμπεριφοράς με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης συμπτωμάτων άγχους ή κατάθλιψης. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι το καθισιό αποτελεί από μόνο του την αιτία, καθώς εμπλέκονται πολλοί διαφορετικοί παράγοντες.
Αρκεί μία ώρα στο γυμναστήριο;
Η τακτική άσκηση προσφέρει σημαντική προστασία και μπορεί να μειώσει μεγάλο μέρος των κινδύνων που σχετίζονται με την καθιστική ζωή. Ωστόσο, μία προπόνηση δεν σημαίνει ότι είναι καλό να περνάμε εντελώς ακίνητοι όλες τις υπόλοιπες ώρες.
Χρειάζονται και τα δύο: οργανωμένη άσκηση αλλά και συχνή κίνηση μέσα στην ημέρα. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, οι ενήλικοι πρέπει να επιδιώκουν τουλάχιστον 150–300 λεπτά μέτριας έντασης αερόβιας δραστηριότητας την εβδομάδα ή 75–150 λεπτά έντονης δραστηριότητας, μαζί με μυϊκή ενδυνάμωση τουλάχιστον δύο ημέρες την εβδομάδα.
Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις
Δεν χρειάζεται κάθε διάλειμμα να μετατρέπεται σε προπόνηση. Ακόμη και μικρές αλλαγές μπορούν να αυξήσουν την καθημερινή κίνηση:
- Σηκωνόμαστε τακτικά από την καρέκλα.
- Περπατάμε για λίγα λεπτά μέσα στο σπίτι ή στο γραφείο.
- Χρησιμοποιούμε τις σκάλες όταν είναι εφικτό.
- Πραγματοποιούμε ορισμένες τηλεφωνικές συνομιλίες όρθιοι.
- Εντάσσουμε περπάτημα, αερόβια δραστηριότητα και ασκήσεις ενδυνάμωσης στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά μας.
- Ρυθμίζουμε σωστά την καρέκλα, το γραφείο και την οθόνη.
Η καθιστική ζωή πολλών ετών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι επιπτώσεις είναι μόνιμες. Η σταδιακή αύξηση της κίνησης μπορεί να ωφελήσει το σώμα σε κάθε ηλικία. Όποιος έχει πόνο, δύσπνοια, έντονη κόπωση ή κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας είναι καλό να συμβουλεύεται γιατρό πριν αρχίσει ένα νέο πρόγραμμα άσκησης
